Γεννήθηκα το 2009, μήνα Μάρτη, στην αρχή της Παγκόσμιας Μεγάλης Ύφεσης. Η γιαγιά μου, μου έλεγε πως ήμουν σαν και αυτήν που γεννήθηκε το 1941, στην αρχή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Δεν ξέρω για την γιαγιά, αλλά εμένα δεν μου φαίνεται ότι έχουμε και πολλά κοινά σημεία. Αυτή πείναγε, αλλά φαί δεν υπήρχε ούτως ή άλλως, τουλάχιστον έτσι λέει η Ιστορία. Εγώ πεινώ, αλλά το φαί είναι για τους άλλους. Αυτή δούλευε στα χωράφια και γύριζε το χώμα με κασμά και σκαπάνη, αλλά εγώ δεν ξέρω τι είναι η δουλειά. Τελείωσα με την βασική εκπαίδευση μου, αλλά τα πανεπιστήμια είναι για τους άλλους.
Όπως όλοι εσείς που δεν είστε από τους άλλους, έμαθα να ζητιανεύω κανένα μεροκάματο, σε οικοδομές, σε αγροκτήματα, σε εργοστάσια, παντού. Οι δουλειές όμως, είναι είδος πολυτελείας και είναι και αυτές για τους άλλους.
Από μικρούλης που ήμουν, θυμάμαι τους πρωθυπουργούς, υπουργούς, βουλευτές και αρχηγούς να υπόσχονται ότι η ύφεση είναι προσωρινή και όπου να’ ναι θα περάσει.
Μια φορά είδα μια παλιά ελληνική ταινία με τίτλο «Μάθε παιδί μου γράμματα»… παραξενεύτηκα. Εμένα ο πατέρας μου έλεγε: μάθε παιδί μου ύφεση. Τότε, νόμιζα ότι η ύφεση είναι τέχνη, ένα επάγγελμα, αλλά αργότερα σαν μεγάλωσα κατάλαβα ότι η λέξη ύφεση είχε αντικαταστήσει την λέξη «πείνα». Είμαι σε ύφεση σημαίνει πεινάω. Σημαίνει κι άλλα πράγματα όπως και η πείνα δεν είναι μόνο για το φαί.
Σήμερα αποφάσισα να ξεσκονίσω κάποια παλιά βιβλία που βρήκα στις κούτες των μετακομίσεων. Αυτές οι κούτες κάθε φορά που μετακομίζουμε πληθαίνουν και στοιβάζονται ετοιμόρροπες η μία πάνω στην άλλη σε αποθήκες ή υπόγεια. Οι κούτες πληθαίνουν γιατί κάθε φορά πηγαίνουμε σε μικρότερο σπίτι και επειδή στη τελευταία μετακόμιση το σπίτι είναι μια μικρή αποθήκη, η μητέρα μου τις έφτιαξε κρεβάτια, δηλαδή έναν τόπο να ακουμπήσουμε τα στρώματα. Στις δικές μου λοιπόν κούτες – υπόστρωμα, βρήκα τα βιβλία που σας έλεγα και μου κίνησαν την περιέργεια, γιατί από ότι φαίνεται είναι βιβλία ιστορίας, αλλά μιας ιστορίας που ποτέ δεν διδαχτήκαμε. Μιλάνε για το 1929 και το μεγάλο κραχ.
Με έκπληξη τα διάβαζα για ώρες. Ρώτησα την γιαγιά μήπως ήξερε σε ποιον ανήκαν αυτά τα βιβλία και αυτή ξαφνιάστηκε που υπήρχαν ακόμα. Νόμιζε ότι είχαν χαθεί πριν χρόνια. Μου είπε ότι ήταν του παππού μου. Αυτός είχε γεννηθεί το 1931 κι αν αυτά τα βιβλία έλεγαν την αλήθεια κι αυτός είχε γεννηθεί σε περίοδο παγκόσμιας ύφεσης όπως κι εγώ. Ο παππούς πέθανε το 2011 όταν έγιναν οι μεγάλες περικοπές στα ταμεία πρόνοιας – υγείας και μετά δεν είχαμε χρήματα για τα φάρμακα του. Και η υγεία είναι για τους άλλους.
Αναρωτήθηκα γιατί εμείς δεν διδαχτήκαμε ποτέ την αλήθεια για εκείνο το κραχ. Ίσως γιατί δεν ενδιαφέρει την γενιά μας. Ρώτησα τον πατέρα μου, που πριν από την ύφεση ήταν χρηματιστής αλλά τώρα και είκοσι χρόνια είναι άνεργος, εάν διδάχτηκε ποτέ την ιστορία του ’29. Μου είπε ναι, αλλά ποιος τα σκαλίζει. Μου είπε επίσης, ότι όλες οι επόμενες γενιές από την λήξη του Β’ παγκοσμίου πολέμου και μετά, πίστευαν ότι υπερείχαν σε ικανότητες από την γενιά που έζησε το κραχ του ’29 και έτσι κανένας, μα κανένας, δεν έδωσε βάση ποτέ στα πραγματικά αίτια που είχαν οδηγήσει τότε την παγκόσμια κοινότητα στην οικονομική παρακμή.
Μιλήσαμε για πολύ ώρα με τον πατέρα μου. Κατάλαβα ότι η ιστορία επαναλήφθηκε σε κάτι λιγότερο από έναν αιώνα, γιατί οι υπεύθυνοι δεν θέλησαν να διδαχτούν από αυτήν. Είπα στον πατέρα μου, ότι βλέπω μια μεγάλη διαφορά με εκείνη την εποχή. Τότε, ο φασισμός εκμεταλλεύτηκε την ύφεση, τον εθνικό εγωισμό και το όνειρο για ένα καλύτερο αύριο και οδήγησε την ανθρωπότητα σε παγκόσμια σύρραξη. Τώρα μπορεί μεν να υπάρχουν οι φασίστες, αλλά δεν έχουμε πόλεμο. Ο πατέρας μου, με κοίταξε σκεπτικός και μου είπε: διαφωνώ, δεν υπάρχει καμία διαφορά. Τα τελευταία είκοσι χρόνια σε πόλεμο είμαστε, μόνο που ο εχθρός δεν έχει εθνικότητα. Είναι οι άλλοι που λες και εσύ. Οι δουλειές είναι για τους άλλους, το φαί είναι για τους άλλους, τα καλά σπίτια είναι για τους άλλους, καθαρό νερό πίνουν μόνο οι άλλοι, φάρμακα και ιατρικές υπηρεσίες έχουν μόνο οι άλλοι και βέβαια καύσιμα για μετακίνηση και θέρμανση έχουν μόνο οι άλλοι. Τούτος ο πόλεμος είναι χειρότερος από αυτόν με τα όπλα και τους βομβαρδισμούς. Χίλιες φορές καλύτερα, μου είπε, να σε σκοτώσει μια σφαίρα ή να σε εξαϋλώσει μια πυρηνική βόμβα από το να σε σκοτώνουν κάθε μέρα, λίγο-λίγο πρώτα ζητώντας σου να πληρώνεις ολοένα και μεγαλύτερο κεφαλικό φόρο και μετά στερώντας σου το δικαίωμα της δουλειάς, λέγοντας σου ότι δεν είναι δικαίωμα αλλά πολυτέλεια. Ύστερα σε εκμηδενίζουν, σε εξευτελίζουν, σε κάνουν να αισθάνεσαι ένοχος και φταίχτης για την κατάσταση στην οποία βρίσκεσαι και εν τέλει, σε οδηγούν σε αυτοκτονία. Έτσι τους γλυτώνεις και από τις τύψεις. Δική σου ήταν η απόφαση να γίνεις αυτόχειρας. Ο πατέρας μου ξέρω ότι δεν θα φτάσει ποτέ στην αυτοκτονία. Ζει ακόμα με την ελπίδα ότι η ύφεση θα περάσει και πως θα έρθει μια μέρα που οι χρηματιστές όπως αυτός, θα ορίζουν πάλι την παγκόσμια οικονομία. Το λέει με κάθε ευκαιρία: εμείς οι χρηματιστές ανεβάζαμε και κατεβάζαμε κυβερνήσεις. Ήμασταν οι πραγματικοί πλανητάρχες.
Πήρα τα βιβλία, τα έβαλα στη κούτα και τα πήγα δίπλα στη σόμπα. Μπορεί το στρώμα μου πλέον να γέρνει, αλλά τουλάχιστον για ένα βράδυ θα μπορούμε να ζεσταθούμε χωρίς να υπάρχει η ανάγκη να βγούμε να ψάξουμε στα σκουπίδια των άλλων για καύσιμη ύλη. Παλιά είχαν τις λεγόμενες χωματερές, δηλαδή υγειονομική ταφή σκουπιδιών. Προσπαθώ να φανταστώ πως θα ήταν να ψάχνεις εκεί και τι θα έβρισκες. Ρωτώ αλλά κανείς δεν ξέρει να μου πει. Είναι και αυτό μια χαμένη εικόνα του χθες.
Αθήνα, 21 Μαρτίου 2029
Καφετζής











Εκπληκτικό κείμενο – ή μάλλον, ανατριχιαστικά εκπληκτικό κείμενο. Διαβάζοντάς το μου ήρθε στο μυαλό το “1984″.