Τον συνάντησα ένα πρωί κατηφορίζοντας την Δαιδάλου προς τα Λιοντάρια. Στεκόταν μπροστά σε μια βιτρίνα με γυναικεία ρούχα με την απορία ζωγραφισμένη στο πρόσωπο. Είχα να τον συναντήσω πολλά χρόνια και μου φάνηκε παράξενο που τον είδα στο Ηράκλειο.
Ξαφνιάστηκε όταν του μίλησα. Με θυμήθηκε. Αγκαλιαστήκαμε κι αρχίσαμε τα σχετικά: ‘πως από εδώ’, ‘εσύ τι κάνεις εδώ’ ‘χαθήκαμε’…
Με τα πολλά, είπαμε να πιούμε έναν καφέ.
Πάνω στη συζήτηση έκανα και τη σχετική ερώτηση.
- «Θανάση τι κάνεις, πως την βγάζεις, δουλεύεις κάπου;»
- «Όχι…», είπε ο Θανάσης. «…είμαι φιλόσοφος».
- «Μπράβο Θανάση…», είπα εγώ, «…πανεπιστημιακός, χαίρομαι για σένα»
- «Τι πανεπιστημιακός και κουραφέξαλα», είπε ο Θανάσης. «Φιλόσοφος είμαι, φιλοσοφώ τη ζωή».
Να πω την μαύρη μου αλήθεια, δεν το πολυκατάλαβα, αλλά δεν επέμεινα κιόλας. Έξυπνος άνθρωπος ο Θανάσης, κατάλαβε ότι μπερδεύτηκα.
- «Άκουσε με προσεκτικά…», είπε. «Φιλοσοφώ τη ζωή για πάρτι μου, δεν εργάζομαι, ζω από φίλους που συναντώ στον δρόμο, ταξιδεύω με φίλους που συναντώ στις διαδρομές μου, δεν έχω σπίτι, δεν έχω τίποτα και είμαι πέρα για πέρα ευτυχισμένος»
- «Ε…», έκανα εγώ και άνοιξα το στόμα σαν χάνος.
- «Δεν έχει ε…και κλείσε το στόμα γιατί δεν σου πάει», είπε ο Θανάσης. «Άκουσε με προσεκτικά…», συνέχισε.
- «Να σε ακούσω…», είπα εγώ.
- «Τελειώσαμε το σχολείο, πήγαμε στα πανεπιστήμια, πήραμε πτυχία, βγήκαμε στην αγορά να βγάλουμε λεφτά, τα παίξαμε στο χρηματιστήριο και τα χάσαμε, αγοράσαμε αυτοκίνητα, μεζονέτες, φορέσαμε ρούχα ακριβά και στο τέλος αρχίσαμε να λέμε ο ένας στον άλλο πόσο καλά είμαστε, πόσο ευτυχισμένοι είμαστε, πόσο επιτυχημένοι είμαστε. Ξύπνησα λοιπόν ένα πρωί, κοιτάχτηκα στον καθρέπτη μου, έβαλα τα ρούχα που φορώ και τώρα, άνοιξα την πόρτα και έφυγα…κι από τότε δεν ξαναγύρισα. Ταξίδεψα όπου μπορείς να φανταστείς, αλήτεψα και το αυτό εξακολουθώ να κάνω, είδα πράγματα που εσύ δεν έχεις δει κι άρχισα να φιλοσοφώ και να συζητώ με τους ανθρώπους τα όσα διαπιστώνω. Ξέρεις τι ανακάλυψα; Οι άνθρωποι δεν ξέρουν να ακούνε, δεν ξέρουν να βλέπουν, δεν ξέρουν να μιλάνε. Τους λέω πράγματα που θα έπρεπε να τα ξέρουν και απορούν. Τους δείχνω πράγματα που έπρεπε να τα βλέπουν και δεν ήξεραν ότι είναι εκεί. Τους ζητάω να μου μιλήσουν γι’ αυτά που αγαπούν και δεν ξέρουν να αρθρώσουν λέξη… Κάθε φορά που γίνεται αυτό, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι έκανα καλά που τα παράτησα όλα και έφυγα, γιατί διαπίστωσα ότι πριν από αυτό, ζούσα ανάμεσα σε ανθρώπους που ήταν κωφοί, τυφλοί και μουγγοί.
Σίγουρα θα αναρωτιέσαι πως γίνεται να είμαι ευτυχισμένος. Κάποιοι λένε ότι είμαι τρελός. Δεν έχω σπίτι, δεν έχω έξοδα, δεν έχω άγχος για το πώς θα τα βγάλω πέρα, δεν επιβαρύνω το περιβάλλον, δεν ενοχλώ την εφορία, δεν με ενοχλεί και αυτή. Με βρήκες μπροστά στη βιτρίνα να κοιτώ γυναικεία ρούχα. Μερικά κομμάτια από πανί που κάνουνε μια περιουσία και θα αποκτηθούν με άγχος για να φορεθούν μια φορά. Κάποιοι άνθρωποι θα χρειαστεί να στενοχωρηθούν αν δεν αποκτήσουν κάποιο από αυτά τα κομμάτια ύφασμα. Γιατί; Ποιος ο λόγος; Λες να στενοχωριούνται το ίδιο για το ίδιο κομμάτι ύφασμα λόγου χάριν, στην Γάζα ή στην Αφρική; Όχι, αλλά στενοχωριούνται γιατί δεν έχουν μια κουβέρτα ή ένα σεντόνι που μπορεί και να σώσει τη ζωή τους.
Κάνεις λεφτά και φοβάσαι μη τα χάσεις, φτιάχνεις σπίτια και φοβάσαι μη πάρουν φωτιά και χαθούν, αγοράζεις αυτοκίνητο και φοβάσαι μη στο κλέψουν, αγοράζεις ρούχα και φοβάσαι μη παχύνεις και δεν σου κάνουν, αγοράζεις υπολογιστή και φοβάσαι μη σταματήσει να δουλεύει, αγοράζεις κότερο και φοβάσαι μη βουλιάξει… Ότι κι αν κάνεις, φοβάσαι. Ζεις μέσα στο φόβο. Γιατί;
Περπατάς στο δρόμο και κοιτάζεις πίσω σου γιατί φοβάσαι μη σε κτυπήσουν. Μιλάς με τον γείτονα και φοβάσαι μη σε κουτσομπολέψει. Δουλεύεις και φοβάσαι μη σε απολύσουν. Ταξιδεύεις και το μυαλό σου είναι σε όλα αυτά που άφησες πίσω γιατί φοβάσαι μη συμβεί κάτι όσο θα λείπεις. Ότι κι αν κάνεις, φοβάσαι. Γιατί;
Εγώ δεν φοβάμαι τίποτα. Δεν έχω σπίτι για να καεί, δεν έχω αυτοκίνητο για να μου το κλέψουν, δεν έχω λεφτά για να τα χάσω, δεν έχω τίποτα να χάσω, πέρα από τη ζωή μου. Κι αν έρθει εκείνη η ώρα που θα απαντήσω στο κάλεσμα του χάρου του λεβέντη, θα τον ακολουθήσω ήρεμος, ακριμάτιστος και χωρίς φόβο. Όλοι σας φοβάστε τον θάνατο. Γιατί; Τι είναι αυτό που σας κάνει να τρέμετε στην ιδέα του; Μήπως το γεγονός ότι θα χάσετε όλα αυτά που φοβάστε μη τα χάσετε; Ξεχνάτε το σημαντικότερο. Τα σάβανα δεν έχουν τσέπες. Κι όταν φοβάστε πολύ, τι κάνετε; Δημιουργείτε φαντάσματα! Βλέπετε παντού εχθρούς. Υποψιάζεστε ο ένας τον άλλον, αλληλο-κατασκοπεύεστε… Σκοτώνετε ο ένας τον άλλον για να προλάβετε πιθανές καταστάσεις. Αλληλοεξοντώνεστε για μια πιθανότητα!»
Ο Θανάσης σταμάτησε να μιλάει, ήπιε ακόμα μια γουλιά καφέ, ήπιε και μια γουλιά νερό. Κοίταξε το μπουκάλι με το νερό, χαμογέλασε και είπε:
- «Δεν σου είπα τι ήταν αυτό που με έκανε να τα βροντήξω όλα και να φύγω…».
Δεν μίλησα και τον άφησα να συνεχίσει.
- «Την προηγούμενη εκείνης της μέρας είχα πάει σε ένα χωριό. Γνώρισα έναν βοσκό, τον κύριο Τάκη. Έβαλε ένα κατσίκι στη σούβλα, έβαλε κρασί και πάνω στον μεζέ τον ρώτησα πως μπορεί και ζει μόνος στο βουνό, χωρίς τις απαραίτητες ανέσεις, μου είπε: ξέρω πολλούς που έφτιαξαν μεγάλα κι άνετα σπίτια, τα γέμισαν χρυσάφι κι έφτασε το χρυσάφι και φράκαρε τις πόρτες και τα παράθυρα και φυλακίστηκαν. Εγώ δεν φυλακιστώ ποτέ εδώ στη στάνη μου, άλλωστε δεν έχω και πόρτα. Εσύ πλήρωσες λεφτά για να έρθεις εδώ στο βουνό να βρεις καθαρό αέρα. Εγώ τον έχω τζάμπα. Εσύ πληρώνεις για να πιείς καθαρό νερό, από την πηγή που τρέχει εδώ πιο πάνω. Εγώ απλώνω την χούφτα μου και πίνω από το ίδιο το νερό χωρίς να πληρώσω. Εσύ πληρώνεις για να φας μερικά άγρια χόρτα που κάνουν καλό στην υγεία σου. Εγώ απλώνω το χέρι μου και τα μαζεύω… Όλα αυτά που εσύ τα πληρώνεις ακριβά, εγώ τα έχω τζάμπα.
Αυτά μου είπε ο κύριος Τάκης, ο βοσκός και με έκανε να δω τα πράγματα με άλλο μάτι…».
Δεν είπαμε περισσότερα. Ο Θανάσης ήπιε την τελευταία γουλιά καφέ, σηκώθηκε, με κοίταξε και είπε:
- «Φίλε μου, χάρηκα πολύ που τα είπαμε, σ’ ευχαριστώ για το κέρασμα, έχω δρόμο μπροστά μου…»
- «Θέλεις να σε πάω κάπου;», ρώτησα.
- «Όχι, ευχαριστώ», είπε και χαμογέλασε.
-
Έβαλα ασυναίσθητα το χέρι στην τσέπη μου. Έβγαλα μερικά χαρτονομίσματα και προσπάθησα με τρόπο να του τα βάλω στο χέρι. Τραβήχτηκε.
- «Κράτησε τα…», είπε. «Εσύ τα χρειάζεσαι γιατί πρέπει να καλύψεις τους φόβους σου, εμένα μου είναι άχρηστα».
Χαιρετηθήκαμε και έφυγε. Έμεινα εκεί να τον κοιτάζω και καθώς τον έβλεπα να απομακρύνεται, ήρθε στο μυαλό μου η εικόνα του Λούκυ Λουκ καθώς απομακρύνεται στο τέλος κάθε ιστορίας.
Λίγα λεπτά αργότερα, τον είδα να στέκεται ξανά μπροστά στην ίδια βιτρίνα. Κοντοστάθηκα απορημένος. Ένας περαστικός σταμάτησε, κάτι του είπε, αγκαλιάστηκαν, έδωσαν τα χέρια και γύρισαν ξανά προς τα Λιοντάρια. Την ώρα που πέρασαν από μπροστά μου, πρόσεξα ότι δεν ήταν ο Θανάσης που ήξερα. Ήταν ένας άλλος άνθρωπος. Φόραγε τα ίδια ρούχα, μιλούσε με την ίδια φωνή, αλλά δεν ήταν ο προ ολίγων λεπτών συνομιλητής μου.
Έσκυψα το κεφάλι και επιτάχυνα το βήμα μου. Κατάλαβα ότι είχα αργήσει. Έπρεπε να πάω στην τράπεζα να καταβάλω την δόση του δανείου για το σπίτι. Στην ιδέα ότι μπορεί και να αργήσω, με κυρίευσε ένας αδιόρατος φόβος. Έβγαλα τα χαρτιά από την τσέπη μου για να βεβαιωθώ ότι όλα είναι εντάξει. Η δόση έληγε τρεις μέρες μετά, αλλά εγώ ήθελα να την πληρώσω σήμερα γιατί φοβόμουν μη μου συμβεί κάτι και δεν προλάβω την ημερομηνία λήξης.
Βγαίνοντας από την τράπεζα, άκουσα ένα βουητό. Σήκωσα το κεφάλι μου προς τον ουρανό. Ένα σμήνος από ψαρόνια εκτελούσαν εντυπωσιακές φιγούρες, σε μια προσπάθεια να αποφύγουν ένα γεράκι που πετούσε στο κατόπι τους. Λίγο μετά χάθηκαν απότομα προς την Ντία… Το γεράκι έκανε μερικούς νωχελικούς κύκλους στον ουρανό, λες και δεν το ένοιαζε που το μεσημεριανό του πετούσε πάνω από το Κρητικό πέλαγος. Ύστερα εκτέλεσε μια γρήγορη στροφή και πέταξε προς την μεριά του Γιούχτα. Το θαύμασα και το ζήλεψα. Ήταν ελεύθερο να πάει όπου θέλει, ενώ εγώ στεκόμουν εκεί δέσμιος και φοβισμένος. Από την μια η ανακούφιση ότι είχα πληρώσει ακόμα μια δόση, από την άλλη ο φόβος στη σκέψη ότι θα πλήρωνα μέχρι το 2024 χωρίς να ξέρω εάν θα προλάβαινα να χαρώ το σπίτι, ελεύθερος από τον φόβο και το άγχος.
Γύρισα ξανά προς τον ουρανό να δω το γεράκι. Δεν το είδα, αλλά το ονομάτισα. Το είπα «Θανάση».
Ο Καφετζής











Ήπιαν Καφέ και σχολίασαν