Καλημέρα Καλοί μου Άρχοντες,
Πριν ξεκινήσουμε τον σημερινό μας διάλογο, που όπως σας υποσχέθηκα έχει να κάνει με το ατέρμονο θέμα της εκπαίδευσης, να μου επιτρέψετε λίγα σχόλια για μένα. (κ. Καφετζή, ο σκέτος που λέγαμε…. Ευχαριστώ.) Λοιπόν… παιδιά δεν έχω, μόνο ανίψια και φιλιοτσάκια, οπότε καταλαβαίνω ότι η δική μου σκοπιά ίσως να είναι λίγο χρωματισμένη ή υπερβολικά θεωρητική. Σε ισορροπία όμως του πράγματος, έχω να καταθέσω την προσωπική μου διαδρομή από τις αυλές και μεγάλες πόρτες της εκπαίδευσης την δεκαετία του ‘70 και έως τα μέσα του ‘80. Πρωτοβάθμια εκπαίδευση σε δύο γλώσσες και δύο χώρες (μια εκ των οποίων η «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών»). Δευτεροβάθμια εκπαίδευση σε γυμνάσιο – λύκειο Θηλέων σε αυστηρή επαρχιακή πόλη της νησιωτικής Ελλάδας. Τριτοβάθμια…. Ε, όλα θέλετε να σας τα πω; Ας αφήσουμε και λίγο μυστήριο!
Ας σοβαρευτούμε όμως. Το θέμα μας δεν είναι για γέλωτα. Από την θέση που κατέχω, καλοί μου Άρχοντες, βλέπω σε καθημερινή βάση πολλά βιογραφικά από παιδιά που θέλουν να ενταχθούν στο υπαλληλικό καθεστώς, να βρουν μια δουλειά μπας και βολευτούν και αυτά. Αυτό που μου κάνει πάντα εντύπωση, είναι ότι τα παιδιά είναι ρηχά. Χίλια – μύρια πτυχία, γλώσσες, σεμινάρια, διπλώματα, αλλά, ρηχά! Ορισμένα από αυτά τα παιδιά προσλαμβάνονται και τότε διαπιστώνω τις τρομακτικά μεγάλες ελλείψεις τους…
Οι σκέψεις μου ξεκινούν από αυτά τα παιδιά και την ανάγκη εφοδιασμού των νέων με εκείνο το περιεχόμενο εκπαίδευσης που θα τους επιτρέψει να επιβιώσουν αξιοπρεπώς στις σύγχρονες συνθήκες παγκοσμιοποίησης και ευρωπαϊκής ενοποίησης.
Τα φαινόμενα της ευρωπαϊκής και παγκόσμιας ενοποίησης των οικονομιών προξενούν προβλήματα στην ελληνική κοινωνία. Η αντιμετώπιση τους συνδέεται με το πόσο έχουν συνειδητοποιήσει, οι κοινωνικές ομάδες που αποτελούν την ελληνική κοινωνία, τον υφιστάμενο κοινωνικό και οικονομικό μετασχηματισμό. Όπως και πόσο επίσης το Ελληνικό Εκπαιδευτικό σύστημα εφοδιάζει τον πληθυσμό της Ελλάδας με εκείνα τα πνευματικά εργαλεία που θα του επιτρέψουν να ανταπεξέλθει στις προκλήσεις αυτές.
Η προσωπική μου άποψη είναι ότι η σύνθεση του εκπαιδευτικού προσωπικού στη γενική εκπαίδευση (δύο στους τρεις φιλόλογοι και τέσσερεις στους πέντε μαθηματικοί και φιλόλογοι), εμποδίζει κάθε προσπάθεια αναμόρφωσής του στις σύγχρονες ανάγκες.
Βρισκόμαστε, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, μπροστά σε ένα εκπαιδευτικό παράδοξο: οι μαθητές μας, οικοδομούν τη γνώση τους στο τρίγωνο «σχολείο -φροντιστήριο – ιδιαίτερο», εξανεμίζουν την εφηβεία τους με «ιαπωνικά ωράρια» ασκήσεων και εξετάσεων, φορτώνουν τον οικογενειακό προϋπολογισμό με υπέρογκα φροντιστηριακά έξοδα, κι όμως, δεν μαθαίνουν!
Τα τελευταία χρόνια, στο Ελληνικό σχολείο, φαίνεται να «ανασυγκροτείται» ένας πρώιμος αναλφαβητισμός, μέσα σε μια γενιά που υποστηρίζεται ότι κολυμπάει στις δυνατότητες και τις ευκαιρίες των υπερλεωφόρων της πληροφορίας.
Αναφέρομαι σε ένα ολοένα και αυξανόμενο τμήμα μαθητών που αδυνατούν να αρθρώνουν συνεχή λόγο, να ελέγχουν και να αποδίδουν τις σκέψεις τους χωρίς χάσματα και αντιφάσεις, να κάνουν λογικές αφαιρέσεις ή να κατανοούν γραπτά κείμενα εκτός από τα υποτυπώδη, και που σκοντάφτουν σε ερωτήσεις οι οποίες απαιτούν κρίση. Το ζήτημα είναι πάρα πολύ σοβαρό, καθώς στη γενίκευση του φαινόμενου μπορούμε να μιλήσουμε για την εφιαλτική προοπτική μιας τεχνολογικώς υπερ-αναπτυγμένης και παράλληλα πειθαρχημένης κοινωνίας «κατακερματισμένων ανθρώπων» πολιτών, ένα είδος «προσοντούχων αγραμμάτων» και αργότερα «σοφών άσχετων».
Η εκπαίδευση δεν είναι μόνο μια διαδικασία απόκτησης ενός συνόλου γνώσεων αλλά πρέπει να είναι και η κριτική ανάγνωση του κόσμου με εργαλείο τη γνώση. Σύμφωνα με τον Paulo Freire, του σπουδαίου αυτού δασκάλου – φιλόσοφου και συγγραφέα (που μεγάλωσε και ενανθρωπήθηκε στις φτωχογειτονιές της Βραζιλίας) ο στόχος της εκπαιδευτικής διαδικασίας είναι να διδάξει τους μαθητευόμενους «να διαβάσουν τη λέξη και τον κόσμο ταυτόχρονα».
Διαφορετικά, δημιουργούνται από τα σχολεία και τα πανεπιστήμια «ειδικοί» που είναι ημιαναλφάβητοι γιατί μπορούν μεν να διαβάσουν τη λέξη, αλλά είναι αξιοθρήνητα ανίκανοι να διαβάσουν τον κόσμο. Είναι σε θέση να διαβάσουν τα κείμενα της ειδικότητας τους, αλλά δεν κατανοούν τον κόσμο.
Τα ερωτήματα που τίθενται είναι σαφή:
• Ποιοι είναι οι οικονομικοί, κοινωνικοί και εκπαιδευτικοί όροι που βρίσκονται στον πυρήνα αυτού του προβλήματος;
• Πως η διαπίστωση της εκπαίδευσης της αμάθειας οργανώνεται και προβάλλεται από τις κυρίαρχες κοινωνικές δυνάμεις οι οποίες, γνωρίζοντας καλά τα οχυρά των νοημάτων, θέλουν να ξαναμοιράσουν την τράπουλα;
Το ερώτημα όμως που «ξεκλειδώνει» την κατανόηση των μορφωτικών προτεραιοτήτων στην εποχή της «Νέας Οικονομίας» και της νεοφιλελεύθερης αναδιάρθρωσης, είναι:
Ποιες κατηγορίες εργαζομένων από την άποψη των πνευματικών ικανοτήτων, γνώσεων και δεξιοτήτων είναι απαραίτητες σήμερα για τη μεγαλύτερη ανταγωνιστικότητα και κερδοφορία του κεφαλαίου;
Η τεράστια αύξηση της συγκέντρωσης του κεφαλαίου, καθώς και το βάθεμα της ευρωπαϊκής ενοποίησης, δίνει τη δυνατότητα στους διοικούντες να οργανώσουν την παραγωγή με πολύ λιγότερο υψηλά ειδικευμένο – επιστημονικό δυναμικό. Ταυτόχρονα, τα σύγχρονα μέσα παραγωγής, έχοντας ενσωματώσει το τυποποιημένο κομμάτι της διανοητικής εργασίας, διευκολύνουν ακόμη περισσότερο την ελάττωση του επιστημονικού δυναμικού και την αναπλήρωσή του από ένα μαζικό στρώμα χειριστών της νέας τεχνολογίας.
O πυρήνας της αντίληψης του νεοφιλελευθερισμού για την εκπαίδευση, το σχολείο, τη μόρφωση, είναι ότι αυτή πρέπει να είναι άμεσα συμβατή με την αγορά και να αποτελεί τη βάση για τη δημιουργία ενός εργαζόμενου, ο οποίος θα γνωρίζει κάποιες πληροφορίες και εφαρμογές, θα μπορεί να επανεκπαιδεύεται σε νέες δεξιότητες που απαιτεί η αγορά εργασίας και να εντάσσεται έτσι στη δια βίου κατάρτιση και επανακατάρτιση.
Το ζητούμενο δεν είναι η σύνθεση των γνώσεων, η κατανόηση της κοινωνίας και του κόσμου, πολύ περισσότερο δεν είναι η ανάπτυξη δυνατοτήτων για την αλλαγή της κοινωνίας.
Το ζητούμενο είναι η ανάπτυξη της «εκμάθησης της μάθησης», με στόχο την επιλεκτική αξιοποίηση τεμαχισμένων γνώσεων σε συνθήκες εργασίας που αλλάζουν. Μιλάμε για την εξοικείωση του μαθητή με δεξιότητες απαραίτητες στην αγορά εργασίας, τον εφοδιασμό του με ένα «κουτί πρώτων βοηθειών» γεμάτο από βασικές γνώσεις/δεξιότητες με τις οποίες θα βγει στην αγορά εργασίας.
Η μετάλλαξη της γνώσης σε πληροφορία, η αποδοχή ότι οι γνώσεις αλλάζουν κάθε λίγα χρόνια και οι πληροφορίες ακόμη ταχύτερα οδηγεί στην αφαίρεση από το σχολείο των ερμηνευτικών εργαλείων της γνώσης.
Οι «μεγάλες διηγήσεις» που οδηγούσαν στη διαμόρφωση μιας συνολικής θεώρησης της φύσης και της κοινωνίας από το μαθητή δεν έχουν θέση στο σχολείο, είναι άχρηστες. Αυτό που ενδιαφέρει, είναι ο μηχανιστικός χαρακτήρας της μάθησης και η γνώση βασικών πληροφοριών για τον κόσμο που ζει ο μαθητής χωρίς ερμηνευτικό πλαίσιο.
Πρόκειται για το είδος της εκπαίδευσης που εφαρμόζουν και οι πολυεθνικές επιχειρήσεις στους εργαζόμενους τους στα κατώτατα κλιμάκια, από τους οποίους ζητούν βασικές δεξιότητες χωρίς καμία κριτική και δημιουργική σκέψη. Τα σχολεία μας και η διδασκαλία έχουν κυριαρχηθεί από την μονοκρατορία της κουλτούρας των επιχειρήσεων.
Στο σημείο αυτό οφείλω να ξεκαθαρίσω την θέση μου: κατ’ εμέ, η «εκπαίδευση της αμάθειας» δεν εντάσσεται στην παθολογία της νέο-καπιταλιστικής εκπαίδευσης, δεν είναι σε καμιά περίπτωση δυσλειτουργία του αστικού σχολείου, μια «άτυχη στιγμή του συστήματος» η οποία μπορεί να επιδιορθωθεί ή να θεραπευθεί μέσα από εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις. Η «εκπαίδευση της αμάθειας» ανήκει στη φυσιολογία του αστικού σχολείου, αποτελεί δομικό χαρακτηριστικό του, το οποίο δεν μπορεί να το αποβάλλει όσες μεταρρυθμίσεις και αν κάνει.
Αν το αποβάλλει, δεν θα μπορεί να λειτουργήσει καθώς δεν θα μπορεί να πραγματοποιήσει το σκοπό της στα πλαίσια του νέο-καπιταλισμού: να εκπαιδεύσει αφενός κατάλληλα τη δική της νέα γενιά, ως «συνέχεια του εαυτού της», εξοπλίζοντας την με την ιδεολογία της και με γνώσεις και ικανότητες οι οποίες απαιτούνται για τον έλεγχο των μέσων παραγωγής και του κράτους, και αφετέρου να «εκπαιδεύσει» τη νέα γενιά της εργατικής τάξης, έτσι ώστε αυτή να γίνει ικανή και πρόθυμη για εκμετάλλευση. Είναι ζήτημα ζωής και θανάτου του ίδιου του συστήματος η «παραγωγή» παθητικών, συναινετικών, δογματικών, υπομονετικών, εξουσιαζόμενων, άκαμπτων, συντηρητικών προσωπικοτήτων, που αντιστέκονται στην αλλαγή της κοινωνίας προκειμένου να κρατήσουν ανέπαφες τις παραδοχές τους για τον κόσμο που ζουν.
Φυσικά το φαινόμενο αυτό κάθε άλλο παρά έχει μόνο σχολικά αίτια. Αυτό μπορεί κανείς εύκολα να το καταλάβει όταν αναλογιστεί ποια είναι τα πρότυπα που σήμερα, στην «κοινωνία της γνώσης» και των δικτύων, προβάλλονται στους νέους ανθρώπους: ο ατομισμός, οι αξίες της ιδιωτικότητας, η απόρριψη της συλλογικής δράσης, η απαξίωση της συμμετοχής στα κοινά, ο αχαλίνωτος ανταγωνισμός, η λογική του «ο καθένας για τον εαυτό του και ο θεός για όλους», ο χρησιμοθηρικός χαρακτήρας της γνώσης, όλα αυτά και άλλα πολλά αποτελούν από μόνα τους τις έξυπνες βόμβες της μάθησης.
H κρατούσα αντίληψη για την παιδεία προσπαθεί να πείσει ότι η μόνιμη και σταθερή απασχόληση ανήκει στο παρελθόν και καλεί σε συμφιλίωση με την απασχολησιμότητα.
H αντίληψη αυτή επιβαρύνεται με την απόδοση ενός εργαλειακού χαρακτήρα στη γνώση, καθώς ταυτίζει τις έννοιες «μόρφωση» και «εκπαίδευση» με την παροχή γνώσεων και δεξιοτήτων χρηστικού χαρακτήρα, δηλαδή, άμεσα εφαρμόσιμων στην αγορά εργασίας.
Nα λοιπόν η ιδέα που απαξιώνει τη γνώση ως συλλογικό εργαλείο ερμηνείας και αλλαγής του κόσμου και τη μεταλλάσσει σε μάθηση στενής εφαρμογής για την επίτευξη του ατομικού στόχου που εναρμονίζεται με τις έννοιες του κόστους και του κέρδους. Εδώ, η γνώση έχει εφαρμοσμένη και μόνο διάσταση, και μετατρέπεται σε δεξιότητα, ενώ η σχολική ύλη είναι εξ αρχής προορισμένη για το σκουπιδοτενεκέ της μνήμης την επομένη ακριβώς, των εξετάσεων.
Σας καλημερίζω και εύχομαι τα μαντάτα σας καλά.
Αγάπη Κ.











Ήπιαν Καφέ και σχολίασαν