Μαρτυρίες (άθρωπος ή ζώο, στην ίδια μοίρα είμαστε)

Καλημέρα Καλοί Μου Άρχοντες,

«Ποια είναι η πιο αψηλή εντολή;» Μας ρωτά ο Νίκος Καζαντζάκης. Και ο ίδιος πάλι μας απαντά, σαν να το ήξερε πως δεν έφτανε ο νους μας:

«Ν’ αρνηθείς όλες τις παρηγοριές – θεούς, πατρίδες, ηθικές, αλήθειες – ν’ απομείνεις μόνος και ν’ αρχίσεις να πλάθεις εσύ, με μοναχά τη δύναμή σου, έναν κόσμο που να μην ντροπιάζει την καρδιά σου…»

Μετά ξαναρωτά μας: «Ποια ‘ναι η πιο αντρίκια χαρά;»

Και η απάντηση από την πένα του: «Ν’ αναλαβαίνεις την πάσα ευθύνη …»

‘Έτσι, τον Οκτώβρη του 1940, στο άκουσμα του πολέμου και το κάλεσμα της επιστράτευσης, έτρεξαν όλοι με ένα πλατύ χαμόγελο που σήμερα βλέπουμε αποτυπωμένο στο φακό των τότε φωτογράφων. Έτρεξαν από όλα τα μήκη και πλάτη της Ελλάδας, πόλεις και χωριά. Αυτό έγινε και στον τόπο μας, το Καστέλλι Πεδιάδος και τα γύρω χωριά του. Με το χαμόγελο ξεκίνησαν οι μαχητές για το μέτωπο. Στο τέλος του Ιταλοελληνικού πολέμου όμως, το τίμημα ήταν βαρύ για τον μικρόκοσμο του Καστελλιού… είκοσι πέντε νεκροί, δεκάδες τραυματίες και μια ντουζίνα ανάπηροι από τις κακουχίες και τα κρυοπαγήματα.

Δάσκαλος της περιοχής μας, ιστορικός και ερευνητής, ο Γιώργος Καλογεράκης, είχε την πρόγνωση να καταγράψει το διάστημα 2002 – 2005 τις μαρτυρίες, απλών ανθρώπων, σχεδόν παιδιά τότε, που έζησαν την φρίκη της εποχής. Πολλοί από αυτούς σήμερα δεν ζουν. Επειδή όμως τα λόγια τους είναι για όλους μας σημαντικά, μαρτυρίκια αν θέλετε να τα πω, σας παραθέτω λίγα αποσπάσματα από αυτές τις συνεντεύξεις:
«… Μετά την Ερσέκα τραβήξαμε και πιάσαμε τα στενά της Κλεισούρας. Λίγο πιο πίσω απ’ τα στενά τραβηχτήκαμε από το δρόμο και μείναμε μέσα σ’ ένα δάσος. Ήτανε 28 Ιανουαρίου 1941. Το πρωί φανήκανε τα αεροπλάνα και μας βομβαρδίσανε. Πέντε Ιταλικά αεροπλάνα. Μέχρι να το καταλάβομε ότι ήταν αεροπλάνα, μας βομβαρδίσανε κιόλας. Ήμουνα πεσμένος μπρούμητα. Όλοι είχαμε πέσει χάμω (1). Από την μια και από την άλλη μου μεριά ήταν άλλοι στρατιώτες. Τότε πήρα ένα βλήμα πίσω στην πλάτη. Ήτανε περίπου 10-11 η ώρα. Ο λοχίας μας φώναξε να μην κινηθούμε μέχρι να φύγουνε τ’ αεροπλάνα. Μετά που φύγανε τ’ αεροπλάνα, βγαίνει ο λοχίας απάνω, πιάνει τον ατομικό επίδεσμο που είχα και με επιδένει. Με πήρανε τραυματιοφορείς. Τότε είδα ένα στρατιώτη μας σκεπασμένο με κλαδιά. Μου είπαν ότι τον είχε πάρει η βόμβα και τον είχε κάνει κομμάτια. Από το Θραψανό, τον ελέγανε Πλουμάκη. Και ένας κοντοχωριανός μας από τσι Αποστόλους, Σαββάκης, εσκοτώθηκε στον ίδιο βομβαρδισμό. Οι τραυματιοφορείς με πήγανε σε ένα λάκκο και έμεινα όλη μέρα μέσα. Ο λάκκος είχε και νερό και ακουμπούσα στο νερό. Την νύχτα με βάλανε σε ένα αυτοκίνητο και με κατεβάσανε στο ορεινό χειρουργείο. Μου κάνανε εγχείρηση και μου βγάλανε το βλήμα. Ύστερα πήγα στη Μονή Βελά που είχε γίνει νοσοκομείο…

(Πιταροκοίλης Μανόλης, Πάνω Καρουζανώ, Σεπτέμβρης 2003
Τραυματίας Ελληνοϊταλικού πολέμου)


«… Στον πόλεμο με τσι Ιταλούς ήμουνε στο ιππικό. Όταν εμπήκαμε στην Αλβανία σταματήσαμε σε ένα μέρος που λεγόταν Μπίγλιτσα. Από την Μπίγλιτσα στο Τόλιαρι στου Μπαλαμπάνη το Χάνι. Εκεί χτύπησα ένα Ιταλικό αεροπλάνο.

Είχα το τηλέμετρο. Τα αεροπλάνα φανήκανε 300 μέτρα μακριά μας. Παρετώ τη διόπτρα και πιάνω το πολυβόλο. Άρχιξα να ρίχνω σε ένα αεροπλάνο. Το αεροπλάνο είχε φτάσει κοντά και είδα τον πιλότο, φορούσε ένα άσπρο κράνος. Ήμουνα καλός σκοπευτής. Χτυπούσα λίγο πιο μπροστά από το αεροπλάνο και είδα τη γραμμή που κάνανε οι σφαίρες στο πλάι του. Η γραμμή ήφταξε μέχρι το φτερό. Είδα τον πιλότο που γύρισε την κεφαλή του και κοίταξε. Πήγε 200 μέτρα και ήπεσε το αεροπλάνο.

Στην Τρεμπεσίνα επήραμε διαταγή μια μέρα να βγούμε στο 1923 ύψωμα. Ανεβήκαμε στο ύψωμα και συναντήσαμε 5 μέτρα χιόνι. Ο Λοχαγός μας είπε ότι δεν μπορούμε να σταθούμε και κατεβήκαμε πάλι κάτω. Σε λίγες μέρες έρχεται ένας καινούριος λοχαγός και μας λέει ότι πρέπει να βγούμε πάλι στο ύψωμα. Επήγαινε αυτός μπροστά και πατούσε το χιόνι και μεις ακολουθούσαμε από πίσω. Το ύψωμα αυτό έπρεπε να το κρατήσομε πάση θυσία γιατί αν το παίρνανε οι Ιταλοί θα είχαμε μεγάλες ζημιές. Το πυροβολικό τους μας έβαζε στα τυφλά και οι οβίδες πηγαίνανε στράφι. Από το ύψωμα όμως το 1923 θα μπορούσανε να διορθώνουνε τις βολές και θα μας κάνανε ζημιά.

Αυτά μας τα έλεγε ο Λοχαγός. Στο ύψωμα ήτανε ομίχλη, δυο μέτρα μόνο έβλεπες μπροστά σου. Χιόνι μη τα ρωτάς, πέντε μέτρα ύψος. Αφού εκάρφωνες μέσα στο χιόνι και δεν μπορούσες να βγεις μετά. Όλη τη νύχτα δεν εκοιμούμαστε μόνο κινούμαστε συνέχεια για να μη παγώσομε. Ένας στρατιώτης από την Ελιά επέθανε από το κρύο, τον βρήκαμε το πρωί παγωμένο. Πεθάνανε και δυο τρεις άλλοι. Στο ύψωμα κάναμε οχτώ μέρες.

Πριν από μας το ύψωμα το κρατούσε το Σύνταγμα του Βόλου. Είχε μεγάλες απώλειες από το κρύο. Εμείς τσι Ιταλούς δεν τσι φοβούμαστε, επολεμούσαμε χωρίς να μας νοιάζει η ζωή μας. Αυτό που δεν μπορούσαμε να κάνομε καλά ήτανε το κρύο. Εχθρός πιο μεγάλος από τσι Ιταλούς…»

(Μακρογαμβράκης Γιάννης τ. Εμμανουήλ, Ξειδάς, Οκτώβρης 2003,
Επιζών)


«… Είχαμε τα μουλάρια σ’ ένα μέρος προφυλαγμένα. Όταν επήραμε τη διαταγή επεράσαμε από κει που ήταν τα μουλάρια. Θυμούμαι ακόμη τη σκηνή. Είχανε πέσει ιταλικές οβίδες και τα είχανε κάνει κομμάτια. Εβαδίσαμε δίπλα τους. Όλα σκοτωμένα. Τα λυπήθηκα όπως τα ‘βλεπα σκορπισμένα χάμω. Τότε εσκέφτηκα πως ή άθρωπος ή ζώο, στην ίδια μοίρα είμαστε. Επροχώρησα και δεν εγύρισα να ξανακοιτάξω…»

(+Κτιστάκης Μανόλης του Ιωάννου, Σμάρι, Σεπτέμβρης 2003)


«… Από τα Τρία Αυγά μας εβάνανε (2) οι Ιταλοί. Ο Λευτέρης ο Μπαλτζάκης από τον Καρδουλιανώ επήγαινε και ήφερνε συσσίτιο στους στρατιώτες του. Ήτανε λοχίας. Του λέμε Λευτέρη κάτσε! Μας λέει, δεν σκοτώνουνε οι σφαίρες! Και ποιος σκοτώνει; Ο Θεός! μας ήλεγε. Έπεσε μια οβίδα και τονε χτύπησε ένα βλήμα στην κοιλιά και τονε σκότωσε. Άντρας πολύ ζωηρός, δεν εφοβούντανε τίποτα. Πιάνω και βρίσκω ένα κουτί που μας εφέρνανε τση Κορινθιακές σταφίδες, το’κοψα και ήκανα ένα σταυρό. Γράφω απάνω, Ελευθέριος Μπαλτζάκης, λοχίας του πυροβολικού από την Κρήτη. Εκιά (3) θαν είναι ακόμη…»

(+Καλυκάκης Μανόλης του Αντωνίου, Σμάρι, Σεπτέμβρης 2003)


«… Στις 9 του Μάρτη άρχιξε η μεγάλη επίθεση των Ιταλών. Ο ίδιος ο Μουσολίνι λέγανε μετά ότι την παρακολουθούσε. Έγινε μεγάλος χαλασμός. Τα Ιταλικά κανόνια εβάνανε (2) στην Τρεμπεσίνα. Επέσανε πολλοί δικοί μας τότε. Το βουνό είχε δυο τρία μέτρα χιόνι και έγινε μαύρο από τις πολλές οβίδες και το κακό που γίνηκε την ημέρα αυτή. Εμείς όμως δεν υποχωρήσαμε καθόλου, δεν εκάναμε ζάλο (4) πίσω από τις θέσεις μας.

Πολλά μουλάρια μας είχανε σκοτώσει οι Ιταλικές οβίδες. Στα τελευταία ο χωριανός μας γιατρός ο Μανουσάκης μας έλεγε να τα θάφτομε κι αυτά για να μην αρρωστήσομε.

Ο δικός μου λόχος έφυγε τελευταίος από την Αλβανία. Εμείναμε και κρατούσαμε άμυνα και οι δικοί μας οπισθοχωρούσανε. Εχαλούσαμε και τις γέφυρες που συναντούσαμε μόλις επερνούσανε τα δικά μας στρατεύματα. Εφτάξαμε στα Γιάννενα και επαραδώσαμε τον οπλισμό μας σ’ ένα γερμανό λοχία.

Θυμούμαι όταν εφτάξαμε στην Κρήτη, μας έβγαλε το καράβι στη Γραμβούσα στα Χανιά. Αρχές του Ιούνη. Επερνούσαμε από το Μάλεμε και εβλέπαμε τα αλεξίπτωτα τα γερμανικά σωρούς από την μια και την άλλη μεριά του δρόμου. Μας εφωνάζανε εκεί οι χωριανοί να μην τα πειράζομε γιατί θα μας εσκοτώνανε οι Γερμανοί. Θυμούμαι ακόμη ότι ήμουνα ο πρώτος Κασταμονιτσανός που γύρισα πίσω από τον πόλεμο. Ο πρώτος που μας επάντηξε (5) ήτανε ο Λευτερογιάννης (Σαριδάκης Ιωάννης) στην γέφυρα του Αγίου Νικολάου στου Ξυδά…»

(+Σαριδάκης Χαρίδημος, Κασταμονίτσα – Οκτώβρης 2003)


«… Από το Ηράκλειο επήγαμε στο Μεσολόγγι. Από το Μεσολόγγι ποδαρόδρομο στα Γιάννενα. Στο δρόμο είδα και οδηγούσανε οι δικοί μας Ιταλούς αιχμαλώτους προς τα κάτω. Εγώ τση λυπήθηκα και επέταξά ντως (6) ένα πακέτο τσιγάρα που κρατούσα.

Από κει περάσαμε στην Αλβανία σε ένα χωριό που το λέγανε Λιμπόχοβο. Από το Λιμπόχοβο περάσαμε τη Χειμάρα για να βγούμε στην πρώτη γραμμή. Τραβήξαμε για το βουνό Σεντέλι. Εκεί είδα τον πρώτο στρατιώτη μας νεκρό. Έτρεχε το αίμα του απάνω στο χιόνι. Οι στρατιώτες που ήτανε εκεί είχανε υποχωρήσει για να πάρομε εμείς τη θέση τους. Είχανε τα αντίσκηνά τους αφήσει και τα παραλάβαμε. Το βράδυ μου λένε Τσαπάκη, πήγαινε να φυλάξεις σκοπός. Ήτανε ένα χαράκωμα πιο πάνω και έπρεπε να πάω να φυλάξω σκοπός.

Όπως τραβούσα απάνω μου πάντηξε (5) ένας και ήτανε κάτω και κοίτουντονε (7). Που θα πάω, του λέω. Δεν μου μιλεί. Τονε κουνώ και βλέπω ότι ήτανε σκοτωμένος. Πάω πιο πάνω βλέπω και άλλο στρατιώτη σκοτωμένο. Το πρωί που ξημέρωσε επήγαμε με ένα από τση Αρχάνες, Καρπουζάκη Νίκο, πιάνομε τα σκαπανικά (8) και βγάλαμε (9) ένα λάκκο και τση θάψαμε. Μαζί τση θάψαμε, πρόσωπο με πρόσωπο.

Μια άλλη μέρα με πήρε ένας λοχαγός και ένας ανθυπολοχαγός να πάμε σε ένα ύψωμα να κανονίσομε τση βολές του πυροβολικού μας. Επήγαμε σε ένα φυλάκιο. Εγώ έμεινα πιο πίσω. Μόλις τση αντιληφθήκανε οι Ιταλοί τση σκοτώσανε και τση δυο. Μου λέει ένας άλλος αξιωματικός Τσαπάκη πήγαινε να πάρεις τη θέση τους. Επήγα και επέφτανε οι όλμοι από πάνω μου σύννεφο. Κάνω το σταυρό μου, εγύρισα και εκοίταξα τον ουρανό. Σύρθηκα με την κοιλιά και γκρεμίστηκα από κάτω σε ένα μικρό γκρεμό. Εσταμάτησα εκεί. Ένας από το Αμαριανό ήτανε εκεί, Κριτσωτάκης Μανόλης. Ζεις μου λέει, ναι ζω του απαντώ.

Μετά από πέντε έξι μέρες ήβανε (2) το δικό μας πυροβολικό στσι Ιταλούς. Είχανε παρμένη την απόσταση λάθος. Επέσανε οι οβίδες απάνω στα δικά μας αντίσκηνα. Εκαθόμουνα με τέσσερις στρατιώτες από το Ηράκλειο μέσα στο αντίσκηνο. Ποιος μου λέει και σηκώνομαι από το αντίσκηνο και πορίζω και δεν είχα πάει 30 μέτρα και πέφτει η οβίδα απάνω στο αντίσκηνό μας.

Τρέχουνε και τηλεφωνούνε οι άλλοι να μη ρίχνουνε άλλο γιατί πέφτουνε οι οβίδες στο μέρος μας. Τρέχω πίσω και βλέπω ότι και οι τέσσερις Ηρακλειώτες είχανε σκοτωθεί. Ποιος μου’πε να σηκωθώ να φύγω πιο πέρα; Αποσπέρας είδα όνειρο τον μπάρμπα μου τον Ψιλονικόλη, ένα αδερφό τση μάνας μου και μου’λεγε:

-Μη φοβάσαι μωρέ παιδί μου και δεν παθαίνεις πράμα! Το βράδυ είδα τ’ όνειρο και το πρωί ήπεσε η οβίδα στο αντίσκηνό μας…»

(+Τσαπάκης Βαρδής τ. Μιχαήλ, Κασταμονίτσα – Οκτώβρης 2003 )


«… Εγώ υπηρετούσα στο ορεινό πυροβολικό. Ήμουνα λοχίας. Φτάσαμε μέχρι την Τρεμπεσίνα και εκεί στήσαμε τα πυροβόλα. Από την Τρεμπεσίνα αρχίσαμε τις μάχες και ρίχναμε βλήματα μέρα νύχτα συνέχεια. Οι Ιταλοί ερίχνανε περισσότερα από μας, είχαν πιο πολλά πυρομαχικά. Από την Κασταμονίτσα έδωσε ο Θεός να μη σκοτωθεί κανείς στην Αλβανία από τα 27 άτομα που πήγαμε στον πόλεμο. Εγυρίσαμε όλοι. Θυμούμαι το κρύο που περάσαμε στα βουνά. Εβγάναμε (9) ένα λάκκο και βάζαμε τα μικρά μας αντίσκηνα και εμέναμε τη νύχτα. Το πρωί τα είχε μισοσκεπάσει το χιόνι. Είδα πολλούς σκοτωμένους Ιταλούς σ’ αυτόν τον πόλεμο. Να πω την αλήθεια εγώ τσι λυπήθηκα. Αυτοί δεν τον εθέλανε τον πόλεμο…»


(+Παπαδοκωστάκης Γεώργιος τ. Νικολάου,
Κασταμονίτσα, Οκτώβρης 2003)

Λεξιλόγιο

(1) Χάμω = Κάτω
(2) Βάνω (έβανα, εβάνανε, ήβανε) = Χτυπώ
(3) Εκιά = Εκεί
(4) Ζάλο = Βήμα
(5) Παντώ (επάντηξα, επάντηξε) = Συναντώ
(6) Ντως = Τους
(7) Κοίτομαι (κοιτουμναι, κοίτουντονε) = Ξαπλώνω (ήταν ξαπλωμένος)
(8) Σκαπανικά = Όλα τα εργαλεία για σκάψιμο (σκαπάνη, κασμάς, κ.α.)
(9) Βγάνω (εβγάναμε, βγάλαμε) = Σκάβω

4 Απαντήσεις to “Μαρτυρίες (άθρωπος ή ζώο, στην ίδια μοίρα είμαστε)”


  1. 1 Ράνια Οκτωβρίου 26, 2008 σε 6:16 μμ

    Μετά από αρκετό καιρό, επιστρέφω στον Καφενέ για εκείνον τον καπουτσίνο. Αλλαγές βλέπω και μου αρέσει το νέο ύφος. Φίλη Αγάπη τα άρθρα σου είναι πολύ δυνατά. Όπως λέει και η Μάνια, γροθιά στο στομάχι. Αλήθειες που πρέπει να λέγονται μπας και καταφέρουμε κάποτε να ξεφύγουμε από την παρακμιακή παιδεία που θέλει τα παιδιά μας δέκτες / συνεχιστές / χειροκροτητές και το χειρότερο όλων άβουλα όντα που απλά πρέπει να δέχονται τα πάντα χωρίς διαμαρτυρία. Το άρθρο σου με τις αφηγήσεις θα πρέπει να το διαβάσουν όλοι και κυρίως τα παιδιά. Ο κύριος που υπογράφει Ιστορικός, καλά θα κάνει να αφήσει τους χαρακτηρισμούς και να ξεκινήσει να διαβάσει ξανά την Ιστορία, κάνοντας αρχή αυτή τη φορά από τον Μακρυγιάννη.
    Εύχομαι καλή συνέχεια, καλό τριήμερο και καλή διάθεση.
    Γείτονα γιατί παράτησες τα θέματα της Αγίας Μαρίνας;
    Το Κορωπί καλά έκανες και το διέγραψες :-)
    Ράνια

  2. 2 Ο Καφετζής Οκτωβρίου 26, 2008 σε 6:28 μμ

    - Αποστόοοοοληηηηη ω ρε Αποστόοοοοοοοληηηηηη… τον καπουτσίνο της Ράνιας βρε και τσακίσου! Να βάλεις και μπισκοτάκι! Από τα φρέσκα! Όχι από τ’ άλλα που γράφουν Κορωπί….αυτά είναι τα μπαγιάτικα για τους Μάο-Μάο του δημάρχου…

    Γειά σου γειτόνισσα :-)
    Χαθήκαμε, αλήθεια είναι.
    Πες μου έστω έναν σοβαρό λόγο για τον οποίο θα πρέπει να συνεχίσω να ασχολούμαι με την Αγία Μαρίνα! Όπου και να γυρίσω το κεφάλι μου βλέπω μόνο μιζέρια και αδιαφορία… Όλοι ενδιαφέρονται ΜΟΝΟ για την λάμπα που κάηκε στην κολόνα έξω από το σπίτι τους, αν καεί στου γείτονα δεν τους νοιάζει… Κοροϊδεύουν τους Κορωπιώτες, αλλά έχουν γίνει χειρότεροι.

    Να είσαι καλά και να περνάς να πίνεις τον καφέ σου.

  3. 3 Giorgos Οκτωβρίου 26, 2008 σε 8:44 μμ

    Ar8ro gemato eikones. H diathrhsh ths krhtikhs dialektou prosthetei mia idiaiterh syginhsh ston anagnwsth. To allo sas ar8ro me ton Metaxa axizei na typo8ei kai na moirastei se ola ta sholeia gia na ma8ei h neolaia mas thn alh8eia kai na boresei na krinei. Bravo sthn syntaktria.

  4. 4 Αγάπη Κ. Οκτωβρίου 26, 2008 σε 10:49 μμ

    Καλοί μου Άρχοντες,

    Στους καιρούς μας όπου ο αγώνας, το αίμα, ο πόνος και η δίψα της δικαιοσύνης απογυμνώνει τις ψυχές από τα πρόσκαιρα ναρκωτικά και τις φρεναπάτες• όπου ο άνθρωπος γυρεύει από τον άνθρωπο το καθαρό, το στέρεο και τη συμπάθεια – είναι σωστό να μιλούμε για τέτοιους ανθρώπους όπως ο Μακρυγιάννης. Ακούστε τον:

    «Κι όσα σημειώνω τα σημειώνω γιατί δεν υποφέρνω να βλέπω το άδικο να πνίγει το δίκιο. Για κείνο έμαθα γράμματα στα γεράματα και κάνω αυτό το γράψιμο το απελέκητο, ότι δεν είχα τον τρόπον όντας παιδί να σπουδάξω: ήμουν φτωχός κι έκανα τον υπηρέτη και τιμάρευα άλογα, κι άλλες πλήθος δουλειές έκανα, να βγάλω το πατρικό μου χρέος που μας χρέωσαν oι χαραμήδες, και να ζήσω κι εγώ σε τούτη την κοινωνία, όσο έχω τ’ αμανέτι του Θεού στο σώμα μου. Κι αφού ο Θεός θέλησε να κάμει νεκρανάσταση στην Πατρίδα μου, να τη λευτερώσει από την τυραγνία των Τούρκων, αξίωσε κι εμένα να δουλέψω κατά δύναμη, λιγότερον από τον χερότερο πατριώτη μου Έλληνα.

    Γράφουν σοφοί άντρες πολλοί, γράφουν τυπογράφοι ντόπιοι, και ξένοι διαβασμένοι για την Ελλάδα. Ένα πράμα μόνο με παρακίνησε κι εμένα να γράψω: ότι τούτη την πατρίδα την έχομεν όλοι μαζί, και σοφοί κι αμαθείς, και πλούσιοι και φτωχοί, και πολιτικοί και στρατιωτικοί, και οι πλέον μικρότεροι άνθρωποι. Όσοι αγωνιστήκαμεν, αναλόγως ο καθείς, έχομεν να ζήσομεν εδώ. Το λοιπόν δουλέψαμεν όλοι μαζί να τη φυλάμε κι όλοι μαζί, και να μη λέγει ούτε ο δυνατός «εγώ», ούτε ο αδύνατος. Ξέρετε πότε να λέγει ο καθείς «εγώ»; όταν αγωνιστεί μόνος του και φκιάσει ή χαλάσει, να λέγει «εγώ»• όταν όμως αγωνίζονται πολλοί και φκιάνουν, τότε να λένε «εμείς». Είμαστε στο «εμείς» κι όχι στο «εγώ». Και στο εξής να μάθομε γνώση, αν θέλομε να φκιάσομε χωριό να ζήσομε όλοι μαζί.

    Έγραψα γυμνή την αλήθεια, να ιδούνε όλοι οι Έλληνες ν’ αγωνίζονται για την πατρίδα τους, για τη θρησκεία τους• να ιδούνε και τα παιδιά μου και να λένε: «Έχομε αγώνες πατρικούς, έχομε θυσίες – αν είναι αγώνες και θυσίες. Και να μπαίνουν σε φιλοτιμία και να εργάζονται στο καλό της πατρίδας τους, της θρησκείας τους και της κοινωνίας – ότι θα είναι καλά δικά τους. Όχι όμως να φαντάζονται για τα κατορθώματα τα πατρικά, όχι να πορνεύουν την αρετή και να καταπατούν το νόμο, και να ‘χουν την επιρροή για ικανότη.»


Υποβολή απάντησης




13000 + πέρασαν από τον παλιό Καφενέ και από 4/7/08 μέχρι σήμερα:

  • 40,302 ήπιαν εδώ τον καφέ τους

ΘΕΜΑΤΟΛΟΓΙΑ

 

Οκτωβρίου 2008
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Σεπ   Νοε »
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
2728293031  

Το αρχείο του Καφενέ

Twitter Button from twitbuttons.com
fresh-media

Twitter Updates

Error: Twitter did not respond. Please wait a few minutes and refresh this page.

Προφίλ Facebook του/της Kafenedaki Kafetzis
epikairo.gr

Λύσεις για Bloggers

GreekBloggers.com
Heraklion Blogs
Πρόσθεσε στο Cull.gr
tv tzonakos 2
Personal Blogs - Blog Catalog Blog Directory