Καλημέρα Καλοί μου Άρχοντες,
Πέρασα πάλι να πιω ένα καφεδάκι πρωί Σαββάτου, Ελληνικότατα, εγώ και η φίλη μου απλωμένες σε 3 καρέκλες η κάθε μία (μία να καθόμαστε, μία για τις τσάντες με τα ψώνια, μία για τα πόδια). Κόσμος πολύς, πάει – έρχεται, σταματά να ανταλλάξει δυο κουβέντες για να μας αποδείξουν (κυρίως) πόσο πολυάσχολοι είναι. Μεταξύ αυτών των πολλών και των μη εχόντων και πολύ μεγάλη σημασία στην τάξη των πραγμάτων μας, εσταμάστησε και μια παλιά μου συμμαθήτρια, την οποία μικρή, αγαπούσα πολύ. Μετά μεγάλωσε, μεγάλωσα, άλλη κουβέντα αυτή για άλλη ώρα. Δεν είναι όμως ακόμα, χάριν στο ότι υπήρξαμε κοριτσάκια μαζί και της παλιάς φιλίας, εγγεγραμμένη στην κατηγορία «του πεταμάτου».
«Ααα, εδώ είσαστε, επήγατε για ψώνια βλέπω, μπράβο, μπράβο» μας είπε αφού είχε εξετάσει με το X-Ray βλέμμα του Superman τις τσάντες που ήταν αραδιασμένες στις 2 καρέκλες του τραπεζιού.
«Βρε καλώς την! Ψώνια ναι, για λαϊκή ξεκινήσαμε αλλά είχε πολύ κόσμο… φύγαμε. Καιρό είχαμε να σε δούμε, που είσαι, τι κάνεις, κάτσε να τα πούμε»
«Μπα, άσε, ξέρεις έχω δουλειές… κατέβηκα τώρα το πρωί να πάω από του Μπαρμπουνάκη να πάρω γάντια…». Αφήνει την πρόταση ξεκρέμαστη αλλά ξέρει ότι ξέρουμε τι σημαίνει παραμονές Εθνικής Εορτής να ψάχνεις γάντια στου Μπαρμπουνάκη. Σημαίνει ότι ένα από τα παιδιά της, ή και τα δύο, είναι στην παρέλαση και μάλιστα ή ως σημαιοφόροι ή ως παραστάτες. Εμείς χαμογελάμε ενθαρρυντικά (Πες Μας Και Άλλα) και αυτή κοιτάζει αναποφάσιστη την καρέκλα που ακουμπώ τα πόδια μου.
«Κάτσε» της λέμε και οι δυο και ταυτόχρονα τραβάμε τα πόδια μας σε μια πιο ladylike στάση.
«Εεε, άντε για λίγο, αλλά έχω δουλειές, μη ξεχαστώ!»
«Λοιπόν» τη ρωτώ, «Ποιος είναι στη παρέλαση, ο Σήφης ή ο μικρός;»
Γεμάτη καμάρι (και γιατί όχι, μάνα τους είναι) και με περηφάνια περρισή δεδομένου ότι αυτή ήταν μονίμως μεταξεταστέα το Σεπτέμβρη, μας ανακοινώνει ότι είναι και οι δύο. Ο Σήφης είναι ο σημαιοφόρος του Β’ Λυκείου και ο Μανώλης είναι παραστάτης στο Δ’ Γυμνάσιο. Γάντια και για τους δύο λοιπόν.
Μας λέει για τα παιδιά, πόσο δύσκολα είναι τώρα τα πράγματα, πόσα εξω-σχολικά μαθήματα έχει το καθένα, τι θα απογίνουν, περιορίστηκαν οι δουλειές. Διακρίνει όμως στη τοποθέτηση του σώματός μας την υπομονή μας να τελειώσει ο μονόλογος της, και μισό-αλλάζει το θέμα.
«Θυμάστε τότε στο σχολείο που μας είχαν βάλλει να κάνουμε τη γιορτή;» μας ρωτάει σκουντώντας ταυτόχρονα το μπράτσο μου και τη μνήμη μας. «Ε λοιπόν, βάλανε τον Μανώλη να πει την ιστορία για το ΟΧΙ μεθαύριο στη γιορτή που θα κάνουνε!!!» Καμάρι και πάλι. Και γιατί να μην καμαρώνει; Το είπαμε και πριν, είναι μάνα.
«Ωραία» απαντάμε εμείς, «Μπράβο».
«Υπάρχει όμως ένα μικρό πρόβλημα…» μας λέει. «Εσείς ίσως καταλαβαίνετε γιατί ήσασταν πάντα επαναστάτριες, διαφορετικές. Θέλει να τα εξιστορήσει λέει, έτσι όπως ήταν, να πει λέει, όχι μόνο το πώς πήγε ο Ιταλός και του είπε ο Μεταξάς ΟΧΙ!!! και μετά το διάγγελμα που έβγαλε, αλλά να πει λέει και την ομιλία που έκανε ο Μεταξάς στην Ένωση Συντακτών. Που τα ξανακούσατε τώρα αυτά!!!! Να τα πει έτσι όπως του έχουν πει οι καθηγητές του να τα πει, να τελειώνει το θέμα. Θα τον σκοτώσει ο πατέρας του αν το κάνει τελικά».
«Και που το κακό στο να εκφράσει το παιδί την δική του άποψη και να δώσει διάσταση στο θέμα; Που το κακό να πάει την ιστορία δυο μέρες παρακάτω;» ρωτάμε εμείς οι χθεσινές επαναστάτριες (διαφορετικές, που το βρήκε;) ανίδεες με τα σημερινά σχολικά δρώμενα, θεωρώντας ότι από τότε που κατάργησε ο Παπανδρέου την ποδιά, έχουν αλλάξει νοοτροπία και οι δάσκαλοι (αμ δε!).
«Η ιστορία είναι θέμα διαλογής, αυτά που θες να πεις τα λες, αυτά που θες να κρύψεις απλά τα παραλείπεις. Άλλωστε, και από μόνη της η λέξη «Ιστορία» έχει αφηγηματικό χαρακτήρα. Σαν παραμύθι είναι…» της απαντάμε.
«Ναι, αλλά όχι στην Γ’ Γυμνασίου!!! Εκεί να μάθει να λέει το παραμύθι όπως του το διδάσκουν, όχι όπως εσείς! Όχι να μου κάνει τώρα και τον Καμπουράκη με Μια Σταγόνα Ιστορία! Άντε, πολύ-πήρε αέρα!» μας λέει γεμάτη αγανάκτηση που δεν καταλαβαίνουμε και δεν συμμεριζόμαστε το πρόβλημα, η παλιά μας φίλη.
Λύση δεν βρήκαμε. Χαιρετηθήκαμε με υποσχέσεις που δεν θα τηρηθούν, να βρεθούμε, να πάμε από το σπίτι, να βγούμε κανένα βράδυ.
Πηγαίνοντας προς το δικό μου σπίτι, χαμένη στις αναμνήσεις σχολικών εορτών, παρελάσεων και ανταρσίας, προσπαθούσα να θυμηθώ τι είχε πει, πράγματι ο Μεταξάς. Έψαξα λοιπόν, σκάλισα τη μνήμη, τσουγκράνισα το internet και σας παραθέτω αφηγηματικά, την «Ιστορία». Πριν όμως αρχίσετε να φωνάζετε και σεις όπως η παλιά μου συμμαθήτρια, καλοί μου άρχοντες, αναλογισθείτε σας παρακαλώ πόσο εύκολα οι κατέχοντες μπορούν να μας στρεβλώσουν το είδωλο. Σαν να κοιτάς σε καθρέπτη του λούνα παρκ. Μετά, σας ακούω, καλοδεχούμενες οι απόψεις σας, όπως όλες οι όψεις του ειδώλου.
28η Οκτωβρίου του 1940
Για τους Ιταλούς η 28η Οκτωβρίου 1940 είναι η 18η επέτειος από την φασιστική «πορεία προς τη Ρώμη», που έφερε, το 1922, τον Μουσολίνι στην εξουσία. Στις 3.00 τα ξημερώματα, ο Ιταλός πρεσβευτής στην Αθήνα Γκράτσι, επισκέπτεται στο σπίτι του, τον Ιωάννη Μεταξά και του επιδίδει τελεσίγραφο που ζητά, εντός τριών ωρών, την ελεύθερη διέλευση και στάθμευση των ιταλικών στρατευμάτων στην Ελλάδα.
Χρησιμοποιώντας την γαλλική (γλώσσα της διπλωματίας έως πρόσφατα καθώς οι αμερικανοί δεν μπορούσαν να δεχθούν ότι θα μιλούσαν οι «ισχυροί» μέσω διερμηνέων) ο δικτάτορας Μεταξάς απαντά «Alors, c’est la guerre», που σημαίνει «Λοιπόν αυτός είναι Πόλεμος», και απορρίπτει το ιταλικό τελεσίγραφο. Αμέσως, απευθύνει διάγγελμα προς τον ελληνικό λαό:
Προς τον ελληνικόν λαόν,
Η στιγμή επέστη που θα αγωνισθώμεν διά την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος, την ακεραιότητα και την τιμήν της. Μολονότι επεδείξαμεν την πλέον αυστηράν ουδετερότητα και ίσην, προς όλους, η Ιταλία μη αναγνωρίζουσα εις ημας το δικαίωμα να ζώμεν ως ελεύθεροι Έλληνες μου εζήτησεν σήμερον την 3ην πρωινήν ώραν, την παράδοσιν τμημάτων του εθνικού εδάφους κατά την ιδίαν αυτής βούλησιν ότι προς κατάληψιν αυτών η κίνησις των στρατευμάτων της. θα ήρχιζε την 6ην πρωινήν. Απήντησα εις τον Ιταλόν Πρέσβυν ότι θεωρώ και το αίτημα αυτό καθ’ εαυτό και τον τρόπον με τον οποίον γίνεται τούτο ως κήρυξιν πολέμου της Ιταλίας κατά της Ελλάδος.
Έλληνες,
τώρα θα αποδείξωμεν εάν είμεθα άξιοι των προγόνων μας και της ελευθερίας, την οποίαν μας εξησφάλισαν οι προπάτορές μας. Όλον το Έθνος ας εγερθή σύσσωμον, αγωνισθήτε διά την Πατρίδα, τας γυναίκας, τα παιδιά σας, και τα ιεράς μας παραδόσεις.
Νυν υπέρ πάντων ο αγών
Ο Πρόεδρος της Κυβερνήσεως
Ιωάννης Μεταξάς
Έτσι η ιταλική επίθεση κατά της Ελλάδας στο αλβανικό μέτωπο αρχίζει, την ίδια ώρα που ο λαός, διαδηλώνοντας στους δρόμους της Αθήνας κατά της φασιστικής Ιταλίας, τρέχει με ενθουσιασμό να καταταγεί και να πολεμήσει, έχοντας ουσιαστικά ήδη διαμορφωμένη την ψυχολογία του μετά τον τορπιλισμό της Έλλης τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς. Ο λαός επιβάλλει και εκείνος το «γαλλόφωνο όχι» του Μεταξά.
Όμως, δύο ημέρες μετά, την 30η Οκτωβρίου 1940, από το Γενικό Στρατηγείο στο Ξενοδοχείο Μεγάλη Βρετανία, ο «Μέγας Πατριώτης» Μεταξάς, θα παραδεχθεί ουσιαστικά τους αληθινούς λόγους που οδήγησαν στο ΟΧΙ, απευθυνόμενος προς τους ιδιοκτήτες εφημερίδων και αρχισυντάκτες του Αθηναϊκού Τύπου. Θα εξομολογηθεί με ειλικρίνεια το δίλημμά του, κήρυξη πολέμου ή ανατροπή του από το λαό, σε ένα κείμενο από αυτά που πολλοί ιστορικοί και αναλυτές «ξεχνούν» να συμπεριλάβουν στα σημαντικότερα της εποχής.
“….Κύριοι,
Έχω λογοκρισίαν και ημπορώ να σας υποχρεώσω να γράφετε μόνον ό,τι θέλω. Aυτήν την ώραν όμως δεν θέλω μόνον την πέννα σας. Θέλω και την ψυχήν σας. Γι’ αυτό σας εκάλεσα σήμερα για να σας μιλήσω με χαρτιά ανοιχτά. Θα σας ειπώ τα πάντα. Θα σας ειπώ ακόμη και τα μεγάλα μου πολιτικά μυστικά. Θέλω vα ξέρετε και σεις όλα τα σχετικά με την εθνικήν μας περιπέτεια ώστε να γράφετε, όχι συμμορφούμενοι προς τας οδηγίας μου, αλλά εμπνεόμενοι εις την προσωπική σας πίστιν από την γνώσιν των πραγμάτων.
Σας απαγορεύω να ανακοινώσητε σχετικά το παραμικρόν σ’ οποιονδήποτε. Απολύτως και γιά οιονδήποτε λόγον. Κάθε παράβασις αυτής της εντολής μου θα έχη δια τον υπεύθυνον -και να είσθε βέβαιοι ότι θα ευρεθή ο υπεύθυνος- τας συνεπείας τας οποίας πρέπει να έχη σε πόλεμο ζωής ή θανάτου του Έθνους η προδοσία ενός μεγάλου μυστικού, έστω και αυτό αν έγινε από αφέλεια, χωρίς την παραμικρή κακή πρόθεσι. Φυσικά έχω τον λόγον σας… Mη νομίσητε ότι η απόφασις του ΟΧΙ πάρθηκε έτσι, σε μια στιγμή. Μην φαντασθήτε ότι εμπήκαμε στον πόλεμο αιφνιδιαστικά. Ή ότι δεν έγινε παν ό,τι επετρέπετο και μπορούσε να γίνει δια να τον αποφύγωμε. Από την εποχήν της καταλήψεως της Αλβανίας το Πάσχα πέρυσι το πράγμα άρχισε να φαίνεται. Από τον περασμένο Μάιο είπα καθαρά στον κ. Γκράτσι ότι αν προσεβαλλόμεθα εις τα εθνικά κυριαρχικά μας δικαιώματα, θα ανθιστάμεθα αντί πάσης θυσίας και δι’ όλων των μέσων. Συγχρόνως όμως μου ήρχοντο από την Ρώμην, από την Βουδαπέστην, από τα Τίρανα, από παντού πληροφορίαι αντίθετοι .
Εις τας 15 Αυγούστου έγινεν ο τορπιλλισμός της ΕΛΛΗΣ. Γνωρίζετε ότι από την πρώτην στιγμήν διεπιστώθη ότι το έγκλημα ήτο Ιταλικόν. Εν τούτοις δεν επετρέψαμεν να γνωσθή ότι είχομεν και τας υλικάς πλέον αποδείξεις περί της εθνικότητος του εγκληματίου. Συγχρόνως όμως διέταξα τα αντιτορπιλικά τα οποία συνώδευον τα πλοία που μετέφερον τους προσκηνητάς από την Τήνον μετά το έγκλημα, άν προσβληθούν από αεροπλάνα ή οπωσδήποτε άλλως να κάμουν αμέσως χρήσιν των όπλων των. Θα σας αποκαλύψω τώρα, ότι τότε διέταξα να βολιδοσκοπηθή καταλλήλως το Βερολίνον. Μου διεμηνύθη εκ μέρους τον Χίτλερ, η σύστασις να αποφύγω οιονδήποτε μέτρον δυνάμενον να θεωρηθή από την Ιταλίαν πρόκλησις. Έκαμα το πάν δια να μη μπορούν οι Ιταλοί να εμφανισθούν ως δυνάμενοι να έχουν όχι αφορμάς ευλόγους, αλλ’ ούτε ευλογοφανές παράπονον εκ μέρους μας, αν και από την πρώτην στιγμήν αντελήφθην τι πράγματι εσήμαινεν η όλως αόριστος σύστασις του Βερολίνου. Σεις καλύτερον παντος άλλου γνωρίζετε ότι έκαμα το πάν δια να μη δώσωμεν αφορμήν εμφανίσεως της Ιταλίας ως δυναμένης να έχη ευλογοφανείς καν αφορμάς αιτιάσεων. Λόγω του επαγγέλματός σας έχετε παρακολουθήσει εις όλες τις λεπτομέρειες την ιστορίαν των ατελειώτων ιταλικών προκλήσεων δημοσιογραφικών και άλλων, αλλά και την χριστιανικήν υπομονήν την οποίαν ετηρίσαμεν, προσποιούμενοι ότι δεν τις καταλαβαίνουμε, περιοριζόμενοι μόνον σε δημοσιογραφικάς ανασκευάς των ιταλικών εναντίον μας κατηγοριών .
Ομολογώ ότι εμπρός εις την φοβεράν ευθύνην της αναμίξεως της Ελλάδος εις τέτοιον μάλιστα πόλεμον, έκρινα πώς καθήκον μου ήτο να δω εάν θα ήτο δυνατόν να προφυλάξω τοv τόπον από αυτόν έστω και δια παντός τρόπου, ο οποίος όμως θα συμβιβάζετο με τα γενικώτερα συμφέροντα του Έθνους. Εις σχετικάς βολιδοσκοπήσεις προς την κατευθυνσιν τον Άξονος μου έδόθη να εννοήσω σαφώς ότι μόνη λύσις θα μπορουσε να είναι μία εκουσία προσχώρησιν της Ελλάδος εις την “Νέαν Τάξιν” . Προσχώρησις που θα εγένετο όλως ευχαρίστως δεκτή από τον Χίτλερ “ως εραστήν του Ελληνικού πνεύματος”.
Συγχρόνως όμως μου εδόθη να εννοήσω ότι η ένταξις εις την Νέαν Τάξιν προϋποθέτει προκαταρκτικήν άρσιν όλων των παλαιών διαφορών με τους γείτονάς μας, και ναι μεν αυτό θα συνεπήγετο φυσικά θυσίας τινάς δια την Ελλάδα, αλλά αι θυσίαι θα έπρεπε να θεωρηθούν απολύτως “ασήμαντοι” εμπρός εις τα “οικονομικά και άλλα πλεονεκτήματα” τα οποία θα είχεν δια την Ελλάδα ή Νέα Τάξις εις την Ευρώπην και εις την Βαλκανικήν. Φυσικά με πάσαν περίσκεψιν και ανεπισήμως επεδίωξα δι’ όλων των μέσων να κατατοπισθώ συγκεκριμένως ποίαι θα ήσαν αι θυσίαι αυταί, με τας οποίας η Ελλάς θα έπρεπε να πληρώση την ατίμωσιν της εξ ιδίας θελήσεως προσφοράς της να υπαχθή υπό την Νέαν Τάξιν.
Με καταφανή προσπάθειαν αποφυγής σαφούς καθορισμού μου εδόθη να καταλάβω ότι η προς τους Έλληνας στοργή του Χίτλερ ήτο οι εγγυήσεις oτι αι θυσίαι αυταί θα περιορίζοντο “εις το ελάχιστον δυνατόν”. Όταν επέμεινα να κατατοπισθώ, πόσον επί τέλους θα μπορουσε να είναι αύτο το έλάχιστον τελικώς, μάς εδόθη να καταλάβωμεν ότι τούτο συνίστατο εις μερικάς ικανοποιήσεις προς την Ιταλίαν δυτικώς μέχρι Πρεβέζης, ίσως και προς την Βουλγαρίαν ανατολικώς μέχρι Δεδεαγάτς . Δηλαδή θα έπρεπε δια να αποφύγωμεν τov πόλεμον, να γίνωμεν εθελονταί δούλοι και να πληρώσωμεν αυτήν την τιμήν… με το άπλωμα του δεξιού χεριού της Ελλάδος προς ακρωτηριασμόν από την Ιταλίαν και του αριστερού προς ακρωτηριασμόν από την Βουλγαρίαν. Φυσικά δεν ήτo δύσκολον να προβλέψη κανείς ότι εις μίαν τοιαύτην περίπτωσιν οι Άγγλοι θα έκοβαν και αυτοί τα πόδια της Ελλάδος. Και με το δίκαιόν των.
Κυρίαρχοι πάντοτε της θαλάσσης δεν θα παρέλειπον, υπερασπίζοντες πλέον τον εαυτόν των, έπειτα από μίαν τοιαύτην αυτοδούλωσιν της Ελλάδος εις τους εχθρούς των να καταλάβουν την Κρήτην και τας άλλας νήσους μας τουλάχιστον. Το συμπέρασμα αυτό δεν προέκυψεν μόνον από την πλέον απλήν λογικήν, άλλά και από ασφαλείς και βεβαίας πληροφορίας εξ Αιγύπτου, καθ’ ας ειχεν ήδη προμελετηθή και αντιμετωπισθή ή ενέργεια που θα έπρεπε να γίνη ως φυσικόν επακόλουθον πάσης τυχόv εκουσίας ή ακουσίας συνεργασίας της Ελλάδος με τον Άξονα, εις τας ελληνικάς νήσους και προς παρεμπόδισιν εν περιπτώσει της δυνατότητος δια τόν Άξονα να τας χρησιμοποιήση.
Δεν δύναμαι αφ’ ετέρου να μη παραδεχθώ ότι εις μίαν τοιαύτην περίπτωσιν το δίκαιον δεν θα ευρίσκετο με το μέρος της Κυβερνήσεως των Αθηνών και να μην αναγνωρίσω, ότι όταν ένας λαός, όπως ο αγγλικός, αμύνεται δια την ζωήν του, θα ήτο πλήρως δικαιολογημένος να κάνη τα ανωτέρω. Αλλά τότε ο Ελληνικός λαός δικαίως θα ετάσσετο εναντίον της κυβερνήσεως η οποία δια vα τον προφυλάξη από τον πόλεμον θα τον κατεδίκαζε εις εθελουσίαν υποδούλωσιν μετ’ εθνικού ακρωτηριασμού. Αυτή η δήθεν προφύλαξις θα ήτο δια την τύχην της εις το μέλλον Ελληνικής φυλής, πλέον ολεθρία και από τας χοιροτέρας έστω συνεπείας οποιουδήποτε πολέμου. Το δίκαιον λοιπόν, δεν θα ήτο με το μέρος της Κυβερνήσεως των Αθηνών, εάν η τελευταία ενήργει κατά τας υποδείξεις του Βερολίνου που ανέφερα. Το δίκαιον θα ήτο με το μέρος του Ελληνικού Λαού, ο οποίος θα κατεδίκαζεν αυτήν, και των Άγγλων οι οποίοι υπερασπίζοντες την ύπαρξίν των επίσης δικαίως θα ελάμβανον τα μέτρα που εφέροντο έχοντες μελετήσει, εισακούοντες άλλωστε τας δικαίας αιτιάσεις των Ελλήνων, οίαι θα προέκυπτον εν καιρώ εάν εδίδετο ή εύλογος αυτή αφορμή.
Θα εδημιουργούντο έτσι όχι δύο, όπως το 1916, άλλά τρείς αυτήν την φοράν Ελλάδες.
Η πρώτη θα ήτο η επίσημος των Αθηνών η οποία είχεν φθάσει εις την πόρωσιν και το κατάντημα δια να αποφύγη τον πόλεμον να δεχθή να γίνη εθελοντής δούλος, πληρώνουσα μάλιστα την τιμήν αυτήν και με την συγκατάθεσίν της να αυτοακρωτηριασθή τραγικώτατα, παραδίδουσα εις την δουλείαν πληθυσμούς αμιγώς Ελληνικούς και μάλιστα δύναμαι να είπω τους Ελληνικωτέρους των Ελληνικών τοιούτους. Δευτέρα θα ήτο η πραγματική Ελλάς.
Δηλαδή η παμψηφία της κοινής γνώμης του Έθνους, το οποίον ποτέ δεν θα απεδέχετο την εκουσίαν του υποδούλωσιν πληρωνομένην μάλιστα με εθνικόν ακρωτηριασμόν αφόρητον και ισοδυναμούσαν με οριστικήν ατίμωσιν και μελλοντικήν βεβαίαν εκμηδένισιν του Ελληνισμού ως εννοίας και οντότητος, εκμηδένισιν πρώτον ηθικήν και δεύτερον εν συνεχεία της ηθικής και υλικήν.
Tο Έθνος ουδέποτε θα συνεχώρει εις τόν Βασιλέα και την Εθνικήν Κυβέρνησιν της 4ης Αυγούστου, τοιαύτην πολιτικήν.
Τρίτη τέλος θα προέκυπτε μία ακόμη Ελλάς, η Ελλάς την οποίαν δεν θα παρέλειπον να δημιουργήσουν, φυσικά με την επίκλησιν του δημοκρατισμού, οι δημοκρατικοί Έλληνες υπό την κάλυψιν του βρετανικού Στόλου εις τα νήσους, Κρήτην και εις τας άλλας. Η τρίτη αυτή Ελλάς, η “Δημοκρατική” θα είχε με το μέρος της όχι μόνον την πρόθυμον υποστήριξιν της Αγγλίας εις την οποίαν θα έδιδε το δικαίωμα να καλύψη τας νήσους μας, καλυπτομένη και η ιδία εις την Βόρειον Αφρικήν, αλλά θα είχε με το μέρος της και το Εθνικόν δίκαιον. Η ηθική της δύναμις λοιπόν θα απερρόφα μοιραίως την επίσημον Ελλάδα, διότι θα διέθετεν η τρίτη αυτή Ελλάς, την ανεπιφύλακτον έγκρισιν και ενίσχυσιν της ανεπισήμου, της “δευτέρας” Ελλάδος, της Εθνικής δημοσίας γνώμης εν τη παμψηφία της………
Καλοί μου Άρχοντες, τα συμπεράσματα, δικά σας.
Αγάπη Κ.













Ήπιαν Καφέ και σχολίασαν